Σε προηγούμενη ανάρτησή μας είχαμε μελετήσει το λούπινο και τις ιδιότητές του, ως το μοναδικό φυτό στον κόσμο -μαζί με τη σόγια- τα οποία περιέχουν πρωτεΐνη άνω του 38%. (δείτε εδώ)
Η συστηματική λοιπόν καλλιέργεια του λούπινου στην πατρίδα μας μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή πλούτου και δύναμη ανάπτυξης της γεωργίας μας δεδομένου ότι μπορεί να συμβάλλει όχι μόνον στην ποιοτική αναβάθμιση της διατροφής του Έλληνα (εμπλουτισμού του άρτου ώστε να διπλασιασιαστεί η περιεκτικότητά του σε πρωτεΐνες, παραγωγή γάλατος από το λούπινο, διάδοση του λούπινου επί ξηρού σε άλμη κλπ) αλλά και στην παραγωγή ζωοτροφών δεδομένου ότι εξαιτίας της υψηλότατης πρωτεΐνικής του αξίας είναι ιδανική τροφή για τα μονογαστρικά και μυρηκαστικά.
Το Λούπινο πρέπει και μπορεί να αποτελέσει για την γεωργία μας "αιχμή του δόρατος" δεδομένου ότι η Ελλάδα αποτελεί τον φυσικό χώρο του Λούπινου και μάλιστα η Πελοπόννησος και η Κρήτη. Είναι αδιανόητο άλλα κράτη όπως η Γερμανία και η Ολλανδία να έχουν κάνει επιστημονικές προσπάθειες συστηματικής καλλιέργειας του Λούπινου και η Ελλάδα να μην είναι ούτε καν εξαγωγός χώρα (ενώ θα μπορούσε και έπρεπε να είναι πρώτη εξαγωγός χώρα) και πολύ περισσότερο ούτε σε κατάσταση να το προσφέρει στον πληθυσμό της.
Στο ανωτέρω πλαίσιο παρουσιάζουμε επιπλέον στοιχεία σχετικά με την καλλιέργεια του Λούπινου, τις προϋποθέσεις ιδανικής καλλιέργειας του, τις ιδιότητές του, τα πιθανά προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει ο Έλληνας αγρότης.
Το κάτωθι κείμενο προέρχεται από το τεύχος 24 της Ν.Σελήνης (Μάρτιος-Απρίλιος-Μαΐος) του 2002 των Γεώργιου και Αντώνιου Αντωνόπουλου. Οι υπογραμμίσεις και επισημάνσεις με bold δικές μας.
Το εν λόγω κείμενο σε ηλεκτρονική μορφή βρήκαμε εδώ:
***
Καλλιέργεια του Λούπινου
![]() |
| Λούπινα ξερά |
Η καλλιέργεια του Λούπινου είναι γνωστή από αρχαιότατων χρόνων.
Καλλιεργήθηκε σαν όσπριο πάνω από 3.000 χρόνια στην Λεκάνη της
Μεσογείου. Αναφέρεται από τον Θεόφραστο και άλλους αρχαίους συγγραφείς
ως Θέρμος ή άγιος Θέρμος και είχε υπογραμμίσει την ικανότητα του
Λούπινου να φυτρώνει σε φτωχά εδάφη καθώς και στην ωφελιμότητά του στην
βελτίωση του εδάφους.
Καλλιεργούνται για τα σπέρματά τους και για χλωρή λίπανση ιδίως στα ελαφρά μη ασβεστούχα εδάφη καθώς και για τροφή ζώων. Επίσης για καλλωπιστικό. Στη χώρα μας η οποία θεωρείται ως φυσικό τους περιβάλλον τείνουν να εξαφανιστούν. Καλλιεργούνται ελάχιστα στην Πελοπόννησο και Κρήτη.
Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ελπίδες ότι τα προσεχή χρόνια τα Λούπινα θα πάρουν σημαντική θέση μεταξύ εκείνων των εγχώριων πηγών πρωτεϊνών, οι οποίες μπορούν να υποκαταστήσουν την εισαγόμενη σόγια (περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη 40%, περισσότερη από τη σόγια).
Τα Λούπινα αναπτύσσονται καλύτερα σε καλοστραγγισμένα όξινα και ουδέτερης αντίδρασης εδάφη. Ανώτερη τιμή ΡΗ 7,5. Γενικά τα ελαφρά εδάφη (κοκκινοχώματα) είναι τα καταλληλότερα.. Τα βαριά κακώς στραγγιζόμενα εδάφη δεν είναι κατάλληλα, ενώ εκείνα που υποφέρουν από αλατότητα δεν βοηθούν στην καλή ανάπτυξη του φυτού. Επίσης τα ασβεστώδη εδάφη είναι ακατάλληλα γι’ αυτό τα Λούπινα χαρακτηρίζονται ασβεστόφοβα. Καλά εδάφη είναι τα αμμοπηλώδη.
Καλλιεργούνται για τα σπέρματά τους και για χλωρή λίπανση ιδίως στα ελαφρά μη ασβεστούχα εδάφη καθώς και για τροφή ζώων. Επίσης για καλλωπιστικό. Στη χώρα μας η οποία θεωρείται ως φυσικό τους περιβάλλον τείνουν να εξαφανιστούν. Καλλιεργούνται ελάχιστα στην Πελοπόννησο και Κρήτη.
Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ελπίδες ότι τα προσεχή χρόνια τα Λούπινα θα πάρουν σημαντική θέση μεταξύ εκείνων των εγχώριων πηγών πρωτεϊνών, οι οποίες μπορούν να υποκαταστήσουν την εισαγόμενη σόγια (περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη 40%, περισσότερη από τη σόγια).
Τα Λούπινα αναπτύσσονται καλύτερα σε καλοστραγγισμένα όξινα και ουδέτερης αντίδρασης εδάφη. Ανώτερη τιμή ΡΗ 7,5. Γενικά τα ελαφρά εδάφη (κοκκινοχώματα) είναι τα καταλληλότερα.. Τα βαριά κακώς στραγγιζόμενα εδάφη δεν είναι κατάλληλα, ενώ εκείνα που υποφέρουν από αλατότητα δεν βοηθούν στην καλή ανάπτυξη του φυτού. Επίσης τα ασβεστώδη εδάφη είναι ακατάλληλα γι’ αυτό τα Λούπινα χαρακτηρίζονται ασβεστόφοβα. Καλά εδάφη είναι τα αμμοπηλώδη.

